
Η επιθυμία μου για εσένα ήταν τόσο μεγάλη, υπερκέρασε τα πάντα, ακόμη και την αγάπη μου για το Βερολίνο. Έτσι λοιπόν αγόρασα καινούριο κοσκινάκι, λιγότερο μεγαλεπήβολο, πιο μικρό, πιο κοντινό και πιο βολικό. Κάπως σαν αστείο άρχισε να ακούγεται τα βράδια το όνομα Σαρωνίδα. Και ξέρεις πως είναι αυτά τα πράγματα, αστεία αστεία, τα πιστεύεις, τα ενστερνίζεσαι, κοιμάσαι με αυτά, ξυπνάς μετά μαζί τους και καταλήγεις να περιμένεις την εκπλήρωσήτους και το χειρότερο μέρος συνοψίζεται πως ξεχνάς την προέλευσή τους.
Κάπως έτσι άρχισαν τα αστικά βράδια μας στα νότια προάστια να αναζητούν θαλάσσιες διεξόδους, ξημερώματα με θέα και έλλειψη καυσαερίου. Δεδομένης της αποστροφής μου για τα βόρεια η Σαρωνίδα και τα πέριξ της φάνταζαν ως η ιδανική επιλογή.
Και άρχισα πάλι να σκηνοθετώ, να κάνω την παραγωγή, να ψάχνω τις τοποθεσίες. Και συμμετείχες και ξεθάρρεψα. Και άρχισα να σου μιλάω για τον Γκασπάρ, που θέλω να μεγαλώσουμε μαζί στην Σαρωνίδα, σε ένα σπίτι με κήπο γιατί ο Γκασπάρ έχει άσθμα και θα του κάνει καλό το κλίμα. Και θα σου αγόραζα όλες τις μαλακίες που βλέπαμε στο Τηλεμάρκετινγκ τις νύχτες μα προπαντός το μηχάνημα που έκοβε πατάτες και το προστατευτικό για το τηλεκοντρολ και εσύ γέλαγες και πετούσα.
Και σου υποσχέθηκα ότι στο σπίτι θα ακούγονται όλη την ημέρα οι δικές μου περίεργες μουσικές και θα σου μαγείρευα εναλλακτικά φαγητά.
Και θα σου έπαιρνα αιώρα και θα ξαπλώναμε και θα σου έφτιαχνα περίεργα, χρωματιστά cocktails για να πίνουμε ως το πρωί και να κοιμόμαστε μετά με τα γυαλιά ηλίου και με τις γερμανικές μάσκες ύπνου.
Και θα εφαρμόζαμε την παρότρυνση του Β. Γερμανού και θα πλατσουρίζαμε στην μπανιέρα. Και θα γέμιζα το μπάνιο με αφρόλουτρα αρωματικά και σαπούνια χρωματιστά και με μπουρνούζια σετ. Και θα φορούσαμε τα ανατολίτικα καφτάνια μας στο σπίτι και ό,τι άλλο ήθελες και θα σε ΛΑΤΡΕΥΑ όσο δεν λατρεύει άνθρωπος άνθρωπο.
Και η θάλασσα θα ήταν δίπλα, για να ψαρεύεις, για να κολυμπάμε και σου έλεγα ότι οι θάλασσες από εκεί πλευρά είναι συγκλονιστικές και αν κοιτάξεις μερικές φορές επάνω, θα δεις ροζ φλαμίνγκο να χρωματίζουν τον ουρανό.
Και το βράδυ θα σε περίμενα να γυρίσεις και το πρωί θα σου έφτιαχνα καφέ, κάθε πρωί.
Και θα οδηγούσα το βυσσινί αυτοκίνητο και θα σε πήγαινα παντού. Και θα σου καθάριζα φρούτα και θα λιώναμε στο Extra-3 τα βράδια και θα γελούσαμε όπως εμείς οι δύο γελούσαμε περιμένοντας να τελειώσει το πλυντήριο.
Και τις Κυριακές, δεν θα μιλούσαμε πολύ το πρωί, περιορισμένοι από τις εφημερίδες.
Και σου διάβαζα το «Μονόγραμμα», με σημείο αναφοράς το σπίτι στην θάλασσα και εσύ δάκρυζες και φώναζες να σταματήσω την νοσηρότητα.
Και την σταμάτησα. Και πόνεσε. Και την ξανάρχισα και ξανάρχισε η Σαρωνίδα, και ο Γκασπάρ και οι περιγραφές και η σκέψη «μπας και»? Και ξανά η αναπτέρωση
μέχρι που πλησίαζε η πραγματοποίησή της. Και πάλι υπαναχώρηση και μετά ολική επαναφορά. Θα σε βαρεθώ, θα σε αφήσω και θα σου πάρω και τον Γκασπάρ, οι φράσεις για την μη πραγματοποίηση.
Τουλάχιστον το είδα στα μάτια σου ότι το ήθελες πιο πιο πολύ από εμένα, ότι σε πόνεσε πιο βαθιά, πιο άσχημα.
Τώρα πια το παραδέχομαι ανοιχτά, εγώ φταίω για όλα, meine Schuld, εγώ τα άρχισα όλα, εγώ ήμουν και ο Agent provocateur ό,τι άλλο θες.
Και τι έμεινε? Μια κακή εκτύπωση του Γκασπάρ στον τοίχο σου και μια ζωγραφιά στο δικό μου φανελάκι

