Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2009

Μέρος 2ο: Σαρωνίδα


Η επιθυμία μου για εσένα ήταν τόσο μεγάλη, υπερκέρασε τα πάντα, ακόμη και την αγάπη μου για το Βερολίνο. Έτσι λοιπόν αγόρασα καινούριο κοσκινάκι, λιγότερο μεγαλεπήβολο, πιο μικρό, πιο κοντινό και πιο βολικό. Κάπως σαν αστείο άρχισε να ακούγεται τα βράδια το όνομα Σαρωνίδα. Και ξέρεις πως είναι αυτά τα πράγματα, αστεία αστεία, τα πιστεύεις, τα ενστερνίζεσαι, κοιμάσαι με αυτά, ξυπνάς μετά μαζί τους και καταλήγεις να περιμένεις την εκπλήρωσήτους και το χειρότερο μέρος συνοψίζεται πως ξεχνάς την προέλευσή τους.
Κάπως έτσι άρχισαν τα αστικά βράδια μας στα νότια προάστια να αναζητούν θαλάσσιες διεξόδους, ξημερώματα με θέα και έλλειψη καυσαερίου. Δεδομένης της αποστροφής μου για τα βόρεια η Σαρωνίδα και τα πέριξ της φάνταζαν ως η ιδανική επιλογή.
Και άρχισα πάλι να σκηνοθετώ, να κάνω την παραγωγή, να ψάχνω τις τοποθεσίες. Και συμμετείχες και ξεθάρρεψα. Και άρχισα να σου μιλάω για τον Γκασπάρ, που θέλω να μεγαλώσουμε μαζί στην Σαρωνίδα, σε ένα σπίτι με κήπο γιατί ο Γκασπάρ έχει άσθμα και θα του κάνει καλό το κλίμα. Και θα σου αγόραζα όλες τις μαλακίες που βλέπαμε στο Τηλεμάρκετινγκ τις νύχτες μα προπαντός το μηχάνημα που έκοβε πατάτες και το προστατευτικό για το τηλεκοντρολ και εσύ γέλαγες και πετούσα.
Και σου υποσχέθηκα ότι στο σπίτι θα ακούγονται όλη την ημέρα οι δικές μου περίεργες μουσικές και θα σου μαγείρευα εναλλακτικά φαγητά.
Και θα σου έπαιρνα αιώρα και θα ξαπλώναμε και θα σου έφτιαχνα περίεργα, χρωματιστά cocktails για να πίνουμε ως το πρωί και να κοιμόμαστε μετά με τα γυαλιά ηλίου και με τις γερμανικές μάσκες ύπνου.
Και θα εφαρμόζαμε την παρότρυνση του Β. Γερμανού και θα πλατσουρίζαμε στην μπανιέρα. Και θα γέμιζα το μπάνιο με αφρόλουτρα αρωματικά και σαπούνια χρωματιστά και με μπουρνούζια σετ. Και θα φορούσαμε τα ανατολίτικα καφτάνια μας στο σπίτι και ό,τι άλλο ήθελες και θα σε ΛΑΤΡΕΥΑ όσο δεν λατρεύει άνθρωπος άνθρωπο.
Και η θάλασσα θα ήταν δίπλα, για να ψαρεύεις, για να κολυμπάμε και σου έλεγα ότι οι θάλασσες από εκεί πλευρά είναι συγκλονιστικές και αν κοιτάξεις μερικές φορές επάνω, θα δεις ροζ φλαμίνγκο να χρωματίζουν τον ουρανό.
Και το βράδυ θα σε περίμενα να γυρίσεις και το πρωί θα σου έφτιαχνα καφέ, κάθε πρωί.
Και θα οδηγούσα το βυσσινί αυτοκίνητο και θα σε πήγαινα παντού. Και θα σου καθάριζα φρούτα και θα λιώναμε στο Extra-3 τα βράδια και θα γελούσαμε όπως εμείς οι δύο γελούσαμε περιμένοντας να τελειώσει το πλυντήριο.
Και τις Κυριακές, δεν θα μιλούσαμε πολύ το πρωί, περιορισμένοι από τις εφημερίδες.
Και σου διάβαζα το «Μονόγραμμα», με σημείο αναφοράς το σπίτι στην θάλασσα και εσύ δάκρυζες και φώναζες να σταματήσω την νοσηρότητα.
Και την σταμάτησα. Και πόνεσε. Και την ξανάρχισα και ξανάρχισε η Σαρωνίδα, και ο Γκασπάρ και οι περιγραφές και η σκέψη «μπας και»? Και ξανά η αναπτέρωση
μέχρι που πλησίαζε η πραγματοποίησή της. Και πάλι υπαναχώρηση και μετά ολική επαναφορά. Θα σε βαρεθώ, θα σε αφήσω και θα σου πάρω και τον Γκασπάρ, οι φράσεις για την μη πραγματοποίηση.
Τουλάχιστον το είδα στα μάτια σου ότι το ήθελες πιο πιο πολύ από εμένα, ότι σε πόνεσε πιο βαθιά, πιο άσχημα.
Τώρα πια το παραδέχομαι ανοιχτά, εγώ φταίω για όλα, meine Schuld, εγώ τα άρχισα όλα, εγώ ήμουν και ο Agent provocateur ό,τι άλλο θες.
Και τι έμεινε? Μια κακή εκτύπωση του Γκασπάρ στον τοίχο σου και μια ζωγραφιά στο δικό μου φανελάκι

Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2009

ΕΠΕΤΕΙΟΣ

Ο μπαμπάς μου αντιπαθούσε τον Νταλάρα, το ίδιο και ο Χ. Ο μπαμπάς μου λάτρευε τον Θεοδωράκη, το ίδιο και ο Χ Ο μπαμπάς μου είχε την ίδια ηλικία με τον Χ αλλά και άλλο ένα κοινό σημείο… Συμβίβαζαν την αντιπάθειά τους προς τον καλλιτέχνη / επιχειρηματία και δέχονταν να τον συναναστραφούν ακουστικά στις εξαιρετικές περιπτώσεις συνεργασίας του με τον Θεοδωράκη Γνώρισα διαφορετικά τον Χ σε μια εκδήλωση / αφιέρωμα στον Θεοδωράκη ακριβώς πριν τρία χρόνια ένα Σαββατιάτικο βράδυ στην επονομαζόμενη πόλη του ηλίου Λόγω της φύσης της τότε δουλειάς μου παρουσίαζα την εκδήλωση Τον κυνηγούσα στο κρύο με αμάνικο φουστάνι κρατώντας ένα στέμμα στα μαλλιά, προσπαθώντας να διορθώσω λάθη άλλων. Τα διόρθωσα Και ξαφνικά, είχα απέναντί μου την αγάπη της ζωής μου, τον χάζευα από τα παρασκήνια, τον αγαπούσα 10 ολόκληρα χρόνια μα αυτός αγνοούσε την παρουσία μου Και ξαφνικά, την συνειδητοποιούσε και τον κυρίευε… Τρία χρόνια μετά και οι απώλειες πολλές, φυσικές κυρίως που πυροδοτούν τις άλλες Δεν μπορώ να γιορτάσω…
Χ.Α, ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ,
Σ’ αγαπώ τόσο πάρα πολύ

Υ.Σ. Ηθελα πολύ να σου αφήσω το Ραντάρ αλλά δεν γινόταν
Αν ποτέ διαβάσεις, τους ξέρεις τους στίχους, ε?

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2009

1ο Μερος: ΒΕΡΟΛΙΝΟ



Στο είχα πει από την αρχή, πάμε να φύγουμε από εδώ, δεν είναι για εμάς αυτό το μέρος, αυτή η ασφυκτικά μικροαστική πόλη, που κάθε πρωί κάνει έπαρση της σημαίας του συντηρητισμού του κώλου και του καθωσπρεπισμού. Εδώ θα είμαστε πειραματόζωα, διαφορετικοί, ξεχωριστοί. Και το έλεγα για εσένα, γιατί εγώ έχω από χρόνια αποδεχτεί κάθε είδους διαφορετικότητα ως φυσιολογική και γιατί δεν έχω και τις πλέον αγαστές σχέσεις με ν τα πρωτόκολλα.
Και σου έλεγα αγάπη μου μεγάλη για το Βερολίνο, την άλλη μεγάλη αγάπη μου. Και σου έλεγα πως για λίγο μένω ακόμα εδώ πως ανήκω εκεί αλλά ανήκα πλέον σε εσένα. Πόσες νύχτες δεν στο περιέγραψα, με τα πραγματικά του χρώματα, τα γκρι, τα μολυβιά και τα πράσινα σαν τα μάτια του πατέρα μου την άνοιξη.
Και σου έλεγα ζωή μου για την ζωή μου εκεί που θέλω να γίνει ζωή μας. Για τις αναμνήσεις που έχω και που θέλω να φτιάξω με εσένα μέσα. Και θα σου πήγαινε το Βερολίνο. Ειδικά η εικόνα σου όταν συνειδητοποίησα ότι δεν υπάρχει γυρισμός μετά από εσένα, με το παλτό σου, τον τρόπο που μου χαμογέλασες και μου γύρισες την πλάτη. Δεν ξέρεις πόσες φορές σε φαντάστηκα να περπατάς στην Unter den Linden μετά την πύλη του Βραδεμβούργου, να φτάνεις στην Friedrichstrasse και να σε παίρνω αγκαλιά χωρίς κανένας να μας κοιτάζει παράξενα και να σε πηγαίνω στα μικρά μη τουριστικά whiskey bars στην Gedarmnenmarkt.
Πόσα δεν σου είπα, πόσους χάρτες δεν σου σχεδίασα….Όλη την διαδρομή από την Πάτρα στην Τεργέστη και μετά στην Αυστρία, εγώ να οδηγώ και εσύ να κάθεσαι δίπλα μου και να μην κάνεις τίποτα ή μάλλον να κάνεις τα πάντα, να με αγαπάς. Να περάσουμε από το Chimsee που ο Κλιμτ ζωγράφισε ως Attersee. Να περάσουμε το Μόναχο, να ανέβουμε ψηλά στις Άλπεις, πάνω από την Europabrücke και να διασχίσουμε όλη την DDR με την απαράδεκτη τσιμεντοάσφαλτο, ώσπου να δούμε τις πρώτες πινακίδες.
Και έλεγα, έλα έστω για μια βόλτα, έλα να σου δείξω το πανεπιστήμιό μου στην Ernst-Reuter Platz, το σπίτι μου στο Zoo που δεν έχει ασανσέρ, έλα να πάμε βόλτα με ποταμόπλοιο στον κρύο Spree, να ανέβουμε στον πύργο της τηλεόρασης και να θαυμάσουμε το Μπερλίν από ψηλά, έλα να πάμε στο κοινοβούλιο και να πας στην άκρη να μου πεις τι βλέπεις γιατί έχω ακροφοβία. Έλα να σου γνωρίσω τους φίλους μου, έλα να σε πάω να δεις Brecht στο πρωτότυπο στα μικρά θαυματουργά θεατράκια και εγώ θα σου μεταφράζω, έλα να δούμε τρεις όπερες στην σειρά και ας μην καταλαβαίνεις λέξη. Έλα να πάμε στο ανατολικό, στο σημείο 0 που τώρα είναι Potzdamer Platz, έλα να δούμε τον Φλεβάρη την Berlinale, πάμε το Σάββατο να φάμε Brunch στο Prenzlauer Berg και την Κυριακή γύρο στον Γιώργο. Έλα να πάμε στην Bleibtreustrasse που έγραφαν τραγούδια ο Χάρης και ο Πάνος, να περπατήσουμε τους δρόμους που τραγουδάει η Τάνια, και στους δυο μας αρέσει το περπάτημα, έλα να πάμε στο Museuminsel και να δούμε με πόσο θαυμασμό κοιτάζουν οι Γερμανοί τα αγάλματά μας στο Μουσείο της Περγάμου. Έλα να πάμε στα παζάρια και να πάρουμε άχρηστα πράγματα, έλα να πάμε στο Zoo και να χαϊδέψουμε τους Πιγκουΐνους, έλα να δεις πόσο κακοί δεν είναι οι Τούρκοι. Έλα να πετάξουμε τα αυτοκίνητα και να πάρουμε ποδήλατα, να ξεχωρίζουμε από τους Γερμανούς φορώντας γυαλιά ηλίου τον Φλεβάρη και πουλόβερ τον Απρίλιο. Έλα να μην ξεχωρίζουμε καθόλου, να σου κρατάω το χέρι και να σε φιλάω όποτε θέλω γιατί δεκάρα δεν δίνουν οι άλλοι για την ελληνική διαφορετικότητα μας.
Έλα να πίνουμε Erdinger και Franziskaner στα γρασίδια και να κοιμόμαστε κάτω από τα δέντρα, νερό με ανθρακικό, λουκάνικα κάθε είδους και παγωτό το καταχείμωνο.
Να παίρνουμε το μετρό την νύχτα, να χαζεύουμε τα Treptowers, να πίνουμε όσο θέλουμε και όταν γυρνάμε σπίτι να μας νανουρίζουν τα φώτα των αεροπλάνων από το Tegel.Να περπατάμε γύρω από την Siegesaule όταν χιονίζει και να φτάνουμε στην βιβλιοθήκη αφήνοντας περιμετρικά ίχνη των παπουτσιών μας.
Και ξανά στο ανατολικό, να ψάχνουμε δίσκους στο Alexanderplatz και να τρώμε στους Απόστολους. Και ό,τι θες. Και αν θες θάλασσα θα σε πάω στο Wansee και αν δεν σου αρέσει θα σε πάω στην Βόρεια Θάλασσα και στην Πολωνία και στην Δανία και στην γραμμή Μαζινό αν τσακωθούμε να κάνουμε ανακωχή
Και δεν θα σου μιλάω όλη την ώρα Βερολινέζικα που ξέρω ότι σου αρέσουν αλλά δεν το παραδέχεσαι. Και θα φοράμε Birkenstock ή Björdnal με κάλτσες, πάνινες τσάντες και θα κάνουμε ανακύκλωση. Θα έχουμε πράσινες ντομάτες και μπανάνες, ξινά πορτοκάλια, δεν έχει πολύ ήλιο στο Μπερλίν το χειμώνα αλλά το καλοκαίρι άλλο τίποτα και θα ζούμε κάθε μέρα όπως οι ήρωες του Βέντερς, στο τέλος όμως,"με τα φτέρά του Έρωτα" στον πρωτότυπο τίτλο.
Όμως θα γελούσαμε πολύ, πάρα πολύ, όπως κάναμε πάντα οι δυο μας. Και τόσα άλλα πολλά. Θα καπνίζαμε κρυφά αλλά θα ζούσαμε φανερά.
Δεν ήρθες…
Τουλάχιστον έχεις τα ενθύμια
Κάνει πολύ κρύο φέτος



Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2009

Η ΛΑΪΚΗ

Τέσσερεις κάθε εβδομάδα και την Τετάρτη εις διπλούν. Αλλά καμία δεν συγκρίνεται με αυτή του Σαββάτου. Ίσως της Πέμπτης γιατί είναι κοντά στο σπίτι σου. Το Σάββατο είναι το πλήρες τελετουργικό, σαν συναγωγή. Έτσι ξεκινάει η ημέρα. Με την λαϊκή.
Στο είχα πει από την αρχή, θυμάσαι? Μην με βλέπεις έτσι, πλένω, μαγειρεύω, ΔΕΝ σιδερώνω, μόνο τα βρακιά μου για λόγους υγιεινής, λατρεύω το σούπερ μάρκετ και την λαϊκή μαζί.
Εκ των ουκ άνευ και τα δύο. Σου έκανα λίστα, τα βρήκες όλα. Νύχτες ολόκληρες σου μίλαγα για το σούπερ μάρκετ. Έδειχνες να χάνεσαι στους λαβύρινθούς του. Και πήγαμε μαζί και και σου κράταγα το χέρι μη χαθείς και αγοράσαμε όλα αυτά τα καθημερινά και άχρηστα, το ροζ νερό και τον καφέ που μυρίζει βανίλια. Και ξαναπήγαμε και πήραμε καλαθάκι μέχρι που πια χρειαζόμασταν κέρμα για καροτσάκι. Πάντα προνοητικός.
Και δεν ντρεπόσουν για τις πάνινες σακούλες, με καμάρωνες, έτσι έλεγες.
Και το χαιρόσουν, φαινόταν, ίσως γιατί τόσο καιρό σε discount παίζει και η συσκευασία τον ρόλο της.
Ξέρεις όμως, όπως μάθεις είναι. Όταν ξοδεύουμε και χαιρόμαστε, η κυτταρική μνήμη της έκπτωσης επανέρχεται, και λες «Δεν είναι για εμένα τα delicatessen, καλά ήμουν τόσο καιρό στο Lidl. Άσε που κοστίζει κι’ όλας το γαμημένο. Είμαι εγώ τώρα για τέτοια?»
Όχι βέβαια. Φυσικά και δεν είσαι. Εγώ νόμιζα ότι είσαι. Lidl και ντραι μπρεντ. Και πολύ σου είναι.
Και ξυπνάς μια ημέρα και η μνήμη του αποστειρωμένου νερού σε στέλνει πάλι πίσω. Κάτι έχει της βρύσης, χαλκό, δεν ξέρεις τι αλλά κάτι έχει. Είναι που δεν το ήξερες μέχρι τώρα και το έπινες άφοβα.
Και πάλι θες ροζ νερό και καφέ βανίλια.
Και ξανά μανά η παροιμία με τον Παντελή και τον Παντελάκη.
Ξαναζωνόμαστε τις αλλοδαπές πάνινες τσάντες και έφοδος στον Βασιλόπουλο. Με το που φτάνουμε στο ταμείο, είναι μακριά η απόδειξη και μεγάλο το ποσό. Είναι όμως και το αντριλίκι, η τεστοστερόνη που ξεχειλίζει από παντού και δεν δέχεσαι ευρωσέντ. Αφού έχω περισσότερα από εσένα. Αλλά…όλα κι’όλα. Κύριος. Όλα επάνω σου.
Ίσως αν με άφηνες να συνδράμω, θα ήταν όλα πιο εύκολα και πιο ελαφριά.
Αφού δεν είναι για ‘σένα αυτά. Πάλι παροιμία, αυτή με τα μεταξωτά βρακιά και τους ανάλογους κώλους. Όχι τίποτα άλλο, αλλά σου πάει ο Βασιλόπουλος.
Και έτσι έχασα τους πόντους στην κάρτα και τα 6 ευρώ δωροεπιταγή.
Και το έριξα με ζήλο «επάγγελμα οικιακά» στην λαϊκή και στην μαγειρική.
Και δώσ’ του τα φρέσκα μυρωδικά, λαχανικά, φρούτα γιατί "είναι άλλο πράγμα το βιολογικό".
Γιατί σου άρεσε να με βλέπεις στην κουζίνα σου.
Γιατί είχα αναπτύξει δεσμούς φιλίας με τον ντομάτα, τον πατατά, τον λαχανά και γενικότερα όλους τους «παραγωγούς» παρακαλώ, όχι απλούς μεταπράτες, των εδώδιμων και αποικιακών προϊόντων.
Γιατί έλεγες πως έχουν άλλη γεύση και έλεγα «συγκρίνεται με τίποτα το φρέσκο»?
Αλλά εσύ μωρό μου, τόσα χρόνια φυτοφάρμακο και διοξίνη, πάλι τύψεις, πάλι ενοχές.
Και μου’μειναν αμανάτι οι μαϊντανοί και τα κινέζικα λάχανα, οι «παραγωγοί» να ρωτάνε που είναι η βέρα μου?
Η λαϊκή είναι "ανέγγιχτη" από την παρουσία/απουσία σου. Μια διαφορά ίσως, αγοράζω ένα μπουκέτο αντί για δύο.
Ίσως είναι πολύ λαϊκή για εσένα, συγκρίνεται με τίποτα το κουνουπίδι δίπλα στο παπούτσι στα χαρτόκουτα του Λίντλ? Αν είναι δυνατόν.
Ακόμα δεν έχω πάρει καρότσι και τα χέρια μου κάθε Σάββατο πρωί είναι γεμάτα κόκκινες χαρακιές γιατί είναι λίγα τα κιλά μου και πολύ το βάρος μου.
Αλλά είναι πολύ προτιμότερο από το κερματάκι σου στο καροτσάκι σου
Τώρα πια πάω σε όλες

Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2009

Ο ΑΝΤΡΑΣ ΜΟΥ

Έχω απορρίψει τρεις προτάσεις γάμου. Οι δύο δεν ήταν καλοδεχούμενες. Η τρίτη ήρθε αργά. Την επόμενη ακόμα την περιμένω. Μολαταύτα, πάντα είχα το πρόβλημα πώς να αποκαλώ τους ανθρώπους που μοιραζόμουν την ζωή μου, πώς να τους συστήσω. Ο φίλος μου, ο Χ, ο συμβίος μου, ο γκόμενός μου?
Πώς ? Πέρα από τις περιπτώσεις που δεν χρειάζονταν συστάσεις, επέλεξα να συστήνω ως «ο άντρας μου». Έτσι ένιωθα, μαζί σου κοιμόμουν, μαζί σου ξυπνούσα, μαζί σου έτρωγα. Πως αλλιώς να σε πω?
Στο Κ.Ε.Π., κρατώντας εξουσιοδότηση για να χορήγηση πιστοποιητικών του άντρα μου, ζητούσαν ληξιαρχική πράξη γάμου. Μάταιες οι προσπάθειες διαλεύκανσης του μυστηρίου που περιβάλλει την λέξη «άντρας». Όχι σύζυγος, όχι, no, nein. Είμαι αστεφάνωτη. Ναι είμαι, είμαι και ατιμασμένη στα μάτια τους. Όχι, δεν μπορώ να πάρω τα πιστοποιητικά γιατί φοράω μαύρα και όχι το λευκό φουστάνι της νομιμοποίησης.
Το ίδιο και στην τράπεζα. Όνομα συζύγου? Η φυσιολογική ερώτηση στην στιχομυθία «Ζείτε μόνη?» «Όχι». Δεν υπάρχει όνομα συζύγου. Υπάρχει όνομα ανδρός. Το θέλετε? Μπορώ να κάνω ανάληψη με αυτό?
Η συναίνεση και η νομιμοποίηση δεν θα έρθει ποτέ για εμάς τους δύο. Δεν οδηγηθήκαμε στα σκαλιά της εκκλησίας. Ω, τι κατακραυγή.
Αυτό είναι το λάθος σου. Ποτέ δεν ήθελα κάτι τέτοιο. Όσο και αν στο έλεγα, εσύ ποτέ δεν άκουσες και επέμεινες.
Βέβαια η «παρανομία» δεν ταιριάζει στο άσπιλο προφίλ της πυρηνικής μικροαστικής οικογένειας, όσο μπουρδέλο και αν έχει καταντήσει, της οικογένειας που κάνει ensemble ωραιότατο με την πατρίδα, την θρησκεία και τις χριστοπαναγίες, ε?
Τι κι’ αν τραγουδούσε η έρημη, η μαύρη η Θώδη πριν απορεζιλευτέι πως «το στεφάνι μάτια μου δεν φέρνει την αγάπη» ? Κουφός εσύ.
Κι όμως,
Ποτέ δεν το θέλησα
Ίσως εσύ να το ήθελες.
Σώπα τώρα κι’ άκουσε τι ήθελα εγώ……


DIE BAHN - ΧΑΡΙΣΜΕΝΟ

Θυμάμαι πως σου άρεσαν τα παιδικά τραινάκια, αυτά που προσομοιώνουν την διαδρομή και κάνουν αναγωγή στην παιδική ηλικία, αυτά που κινουνται alrededor της φανταστικής διαδρομής τους.
Αφού δεν θέλησες να ακολουθήσεις την ταχεία της καρδιάς μου, πάρε ένα να'χεις να παίζεις

ΘΑ ΣΟΥ ΔΕΙΞΩ ΕΓΩ

Αν θέλω να είμαι απόλυτα ειλικρινής με τον εαυτό μου, η εν λόγω σκέψη διαδραματίζει τον ρόλο υπνωτικού μπας και κοιμηθώ λιγάκι κάποιες ατελείωτες νύχτες. Ε, ναι λοιπόν, η ανωτερότητά μου και η παροιμιώδης γερμανική ψυχραιμία μου, η οποία πολλάκις έχει χαρακτηριστεί ως αναισθησία, υποχωρούν και το ένστικτο αυτοσυντήρησης κρατάει πορτοκαλί μπουκαλάκι καθαριστικού με σήμα γνωστό σε όλους. Ακουα Φόρτε λέγεται. Άκουα φόρτε όχι για να καταστρέψω ως άλλη παρατημένη της δεκαετίας του 60 το όμορφο πρόσωπό σου αλλά ως λάβαρο εκδίκησης ελλείψει σημαίας.
Θα σου δείξω εγώ.
Ακούς εκεί, να γίνουμε φίλοι. Φίλοι? έχω φίλους. Δεν θέλω φίλους, ειδικά «δεν θέλω τέτοιους φίλους». Κατάλαβες? Η θες να σου ξανα-παραθέσω το 1ο κεφάλαιο της «αξόδευτης αγάπης»? Τι φίλοι θες να γίνουμε? Ποια πολιτισμένη σχέση θες να αναπτυχθεί μεταξύ μας? Σου έχω νέα. Προτιμώ την βαρβαρότητα, την έχθρα, την απόσταση. Δεν θέλω αξιοπρέπεια άλλη. Η πολυαγαπημένη μου γιαγιά χρόνια μου έλεγε για την υπερτιμημένη έννοια της αξιοπρέπειας. Το σαβουάρ βιβρ το αφήνω στον Ζαμπούνη, εγώ ξέρω άλλα γαλλικά να σου πω. Πιο βαλκανικά, πιο primitive. Άλλο Γερμανία, άλλο Σκανδιναβία. Ξεχωριστές περιπτώσεις. Μην ξεχνάς πως όσο και αν με χαρακτηρίζεις γερμανάκι, είμαι πιο ελληνάκι από όσο νομίζεις.
Ατελείωτα σενάρια εκδίκησης εξυφαίνονται λίγο πριν τον ύπνο. Βίαια, αιμοβόρα, γλυκά και θριαμβευτικά. Η Παλιοκατίνα είναι εδώ, με εμπριμέ ρομπάκι και πασουμάκια. Το ότι κρατάει Βέμπερ αντί για πλάστη δεν αλλοιώνει καθόλου τα βασικά χαρακτηριστικά της. Η πρωτεϊκή μου ύπαρξη, την οποία τόσο καλά γνωρίζεις, είναι υποβοηθητική σε τέτοιες περιπτώσεις. Σε ξεγελά.
Μου δίνεις και συμβουλές. Ήμαρτον. Μην σου πω που να τις βάλλεις. Τις πιστεύεις? Αλήθεια τις πιστεύεις και μου τις δίνεις? Αν τις ακολουθήσω μία μία? Τι θα κάνεις τότε? Θ’ αρχίσεις να βάλλεσαι εναντίον του ορθολογισμού ή εναντίον του εαυτού σου? Θα κάνεις τον Σίλα η τον φανατικό μουσουλμάνο?

Θα σου δείξω εγώ.
Όταν πια δεν θα με νοιάζεις, τότε
ΘΑ ΣΟΥ ΔΕΙΞΩ ΕΓΩ